<span class="translation_missing" title="translation missing: el.search_results">Search Results</span>

Δεν βρίσκετε τη λέξη που ψάχνετε;

Προτείνετε μια λέξη!

Τυχαία λέξη

κουτούτς (του)

Ετυμολογία: τουρκ. kütük = κούτσουρο, κορμός, μτφ. άξεστος, αδιάκριτος

  1. Χοντρό ξύλο για τη φωτιά, κούτσουρο.
  2. μτφ. άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο
  3. ταβέρνα (κουτούκι)